Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Βάκχες


΄Αραγε, πότε σε ολονύχτιους χορούς θα κυλιστώ?
Ξέφυγα από τα δίχτυα μου
και ανηφόρισα στα δάση.
Η οργή του λύκου σφυρίζει στην καρδιά μου.
Για λίγο ένιωσα ένα,
ανήμερο θεριό.
΄Εστησα χορό μ’ εκείνα.
Ο Ορφέας λείπει.
Φλόγες αναβλύζουν από τα έγκατα.
Τις ακούω.
-       Να μη φοβάμαι τίποτα.
Ούρλιαξα τόσο
να μην υπάρχει άλλη φωνή στα σωθικά μου.
Και κατηφόρισα πίσω στη γη.
Να κυλιστώ...

Μαινάδα με πλόκαμους φίδια,
άγριοι θάμνοι από σάρκα ο καρπός
οργασμός βακχικός.
-       Διώξτε τον τρόμο απ’ τα σώματά σας.
Τον θύρσο θ’αναταράξω γι’αλλη μια φορά
το Βρόμιο θα επικαλεστώ,
το όρος να ρυγίσει.

ΟΡΓΗ!  Τα φίδια μου θα τον πνίξουν.
Το χέρι μου – κισσός, τιμωρός της αμυαλιάς,
θα συρθεί σιγά – σιγά με τ’απαλό σφύριγμά του.
Το θρόισμα νωχελικό
                      άλλοτε συρριστικό
                      άλλοτε απότομο
                      άλλοτε σαν κρόξιμο
σιγά-σιγά θα τυλιχτεί γύρω απ’τον κατάλευκο λαιμό του.
Η μυρωδιά του – γλυκό δηλητήριο θα πνίξει το μωρουδίστικο άρωμα
ξεγελώντας το για την ανεμελιά του.
Γλώσσες – φλόγες θα το εξαλείψουν
θα το εξουδετερώσουν
γιατί πάντα ήταν εκεί χωρίς να είναι,
μπλέκοντάς με σε ατέλειωτες σκέψεις
που δεν οδηγούν ΠΟΥΘΕΝΑ
και το νήμα τους δυσνόητο.
Το χέρι θα σφίγγει τις σάρκες σιγά – σιγά
                                  ρυθμικά
                                  μονότονα
                                  αστεία
κι ένα τράνταγμα θα τον αποτελειώσει.
-       μετάνοια, μετάνοια
το ψέμα του θανάτου.
Ο Πενθέας πρέπει να πεθάνει.