Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Interruptions

when i hear nothing but the sound of pure wind...when i feel nothing but the feeling of true ache i put my ear on the ground and try to hear the buzz of the earth...i hear the calling of the shaman calling me from far away but i am all alone!...but when i close my eyes,i see in front of me all these merry moments of my life and take the strength to go on...cause deep in my heart i know that there will be many others yet to come...and it's worth striving with my inner self...to taste these moments afterall...i close my eyes again and i see a great future in front of me...a star that is waiting to give me its glow...so i breathe again and carry my carcass to the rest of the day...

interruptions

Sometimes, i feel like a girl interrupted...
A wild cry,
tries to awake me into the night,
an unusual scream from my deepest fears,
a mutual feeling, felt only by people i m interrested in...
A wild fantasy that i am alive...
sound
whole...
When i hear that cry i am so certain that the future 
will bring something so glorious,worth living for...
But the present is what troubles me most...
The interruption between the past and the present...
And the long, helpless waiting until the future...
In these living dreams my girls are beside me..
And one word of them it's enough to make me walk through the day,

interrupt my fears and make me still long.....

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Βάκχες


΄Αραγε, πότε σε ολονύχτιους χορούς θα κυλιστώ?
Ξέφυγα από τα δίχτυα μου
και ανηφόρισα στα δάση.
Η οργή του λύκου σφυρίζει στην καρδιά μου.
Για λίγο ένιωσα ένα,
ανήμερο θεριό.
΄Εστησα χορό μ’ εκείνα.
Ο Ορφέας λείπει.
Φλόγες αναβλύζουν από τα έγκατα.
Τις ακούω.
-       Να μη φοβάμαι τίποτα.
Ούρλιαξα τόσο
να μην υπάρχει άλλη φωνή στα σωθικά μου.
Και κατηφόρισα πίσω στη γη.
Να κυλιστώ...

Μαινάδα με πλόκαμους φίδια,
άγριοι θάμνοι από σάρκα ο καρπός
οργασμός βακχικός.
-       Διώξτε τον τρόμο απ’ τα σώματά σας.
Τον θύρσο θ’αναταράξω γι’αλλη μια φορά
το Βρόμιο θα επικαλεστώ,
το όρος να ρυγίσει.

ΟΡΓΗ!  Τα φίδια μου θα τον πνίξουν.
Το χέρι μου – κισσός, τιμωρός της αμυαλιάς,
θα συρθεί σιγά – σιγά με τ’απαλό σφύριγμά του.
Το θρόισμα νωχελικό
                      άλλοτε συρριστικό
                      άλλοτε απότομο
                      άλλοτε σαν κρόξιμο
σιγά-σιγά θα τυλιχτεί γύρω απ’τον κατάλευκο λαιμό του.
Η μυρωδιά του – γλυκό δηλητήριο θα πνίξει το μωρουδίστικο άρωμα
ξεγελώντας το για την ανεμελιά του.
Γλώσσες – φλόγες θα το εξαλείψουν
θα το εξουδετερώσουν
γιατί πάντα ήταν εκεί χωρίς να είναι,
μπλέκοντάς με σε ατέλειωτες σκέψεις
που δεν οδηγούν ΠΟΥΘΕΝΑ
και το νήμα τους δυσνόητο.
Το χέρι θα σφίγγει τις σάρκες σιγά – σιγά
                                  ρυθμικά
                                  μονότονα
                                  αστεία
κι ένα τράνταγμα θα τον αποτελειώσει.
-       μετάνοια, μετάνοια
το ψέμα του θανάτου.
Ο Πενθέας πρέπει να πεθάνει.


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Κάθοντας εδώ

Κάθοντας εδώ...έτσι ως πολλήν ώρα ενθυμούμενη...πώς ήσαν τα χρόνια της πρώτης εφηβικής μου νιότης, μια ανάμνηση ως πολύ με συνεπήρε...δυό γαλάζια μάτια,ξέθωρα..που φάνταζαν θαμπά τη σήμερον...κι ήταν η θύμησις τόσο έντονη, το πρόσωπο τόσο γλαφυρό, που έτσι βαθειά με συνεπήρε και σαν να νιωσα κείνο το φιλί να χαίδεύει πάλι τα χείλη, τα χέρια πάλι να ενώνονται...σαν ν άκουσα και τη φωνή...γύρισα πίσω να δω η πόρτα αν θ ανοίξει...και μια ριπή ανέμου μπήκε, θρόισε την ξεχαρβαλωμένη του κιθάρα..και σαν να περίμενα να μπει εκείνος μέσα, να γελάσει με ύφος φιλήδονο και να ψιθυρίσει το όνομά μου..τόσο που σχεδόν το άκουσα...σαν να ρθε από τα τότες στα σήμερα...κάνω να σηκώσω τ ακουστικό, ν ακούσω πάλι την φωνή, να νιώσω ξανά κεινη την αύρα,να συναντήσω γι άλλη μια φορά τα ωραία μάτια..μα η φωνή μου τρεμάμενη και πάλι κλείνω, το μέσον που θα μας έφερνε ακόμα πιο κοντά...γιατί τα μάτια θα σκούρηναν, η φωνή θα ράγισε, θ ασκήμηνε το ωραίο πρόσωπο...όχι σάμπως να εγέρασεν και να εχάθη αλλά από μια άλλη ασχήμια, απροσπέλαστη, εκείνη της ψυχής.....